Ads 468x60px

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Γιατί αλλάζει η ώρα;


του: Διονύση Σιμόπουλου, επίτιμου διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου

Τα ξημερώματα της τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου, μη ξεχάσετε να μετακινήσετε τους δείκτες των ρολογιών σας μία ώρα πίσω, γιατί από αυτή την ημέρα τελειώνει για φέτος ο θεσμός της θερινής ώρας στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο θεσμός αυτός καθιερώθηκε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 όταν τα οξυμένα ενεργειακά προβλήματα μάς ανάγκασαν να βρούμε τρόπους εξοικονόμησης της ενέργειας. Σύμφωνα δηλαδή με τον θεσμό αυτόν την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου προσθέτουμε μία πλασματική ώρα στις κανονικές ώρες την οποία αφαιρούμε και πάλι την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου. Μ’ αυτόν τον τρόπο όταν έχουμε θερινή ώρα ο Ήλιος δύει μία ώρα αργότερα (σύμφωνα με τα διορθωμένα ρολόγια μας) οπότε ελαττώνεται και ο χρόνος που περνάει ανάμεσα στην δύση του Ήλιου και της ώρας που πάμε για ύπνο. Αυτό σημαίνει ότι καταναλώνουμε λιγότερο ηλεκτρικό ρεύμα για τις διάφορες δραστηριότητές μας απ’ ότι αν αφήναμε την ώρα όπως έχει.
Το ίδιο συμβαίνει και το πρωί, σε μικρότερη όμως κλίμακα, αφού ακόμη και με την προσθήκη της μίας ώρας η ανατολή του Ήλιου συμβαίνει τους θερινούς μήνες όλο και πιο ενωρίς οπότε και το πρωινό εγερτήριο έρχεται, έτσι κι αλλιώς, μετά την ανατολή του Ήλιου. Τους χειμερινούς όμως μήνες δεν υπάρχει καμία διαφορά στην κατανάλωση του ηλεκτρικού γιατί απλούστατα ο Ήλιος δύει πολύ νωρίτερα και ανατέλλει πολύ αργότερα οπότε δεν έχουμε καμία εξοικονόμηση ενέργειας με την πλασματική προσθήκη της μίας ώρας στα ρολόγια μας.
Μελέτες που έχουν γίνει απέδειξαν ότι στη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής της Θερινής Ώρας οι θάνατοι των πεζών από τροχοφόρα δυστυχήματα ελαττώνονται κατά τέσσερις φορές! Έτσι η ιδέα αυτή της Θερινής Ώρας, που για πρώτη φορά εισηγήθηκε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος το 1784, έχει πολλαπλά οφέλη και πέρα από την εξοικονόμηση ενέργειας.

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Καζούο Ισιγκούρο, ο νομπελίστας των μίξεων

 Eίναι περίεργο το πώς ο κόσμος ξεχνά τους ανθρώπους και τα γεγονότα που έγιναν χθες ή προχθές. Μοιάζει με αρρώστια που μας προσβάλλει όλους», γράφει ο Καζούο Ισιγκούρο στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του, «Ο θαμμένος γίγαντας» (Εκδ. Ψυχογιός 2015).

         Το ζήτημα της μνήμης τον απασχολεί αρκετά. Μπορεί στο «Θαμμένο γίγαντα» να βλέπουμε ένα σκηνικό της εποχής του βασιλιά Αρθούρου με περίεργα ζώα και πουλιά, ακόμη και μια δράκαινα, εντούτοις ένα βασικό θέμα που πραγματεύεται εκεί είναι, ποια από αυτά που μας έχουν συμβεί στο παρελθόν επιλέγουμε να θυμόμαστε και γιατί. Όχι μόνο ως άτομα, αλλά και ως κοινωνικά σύνολα, κυρίως ως έθνη.
       Όπως και ένα άλλο θέμα που απασχολεί γενικά τα έργα του (το είπε και στη συνέντευξη που παραχώρησε στο BBC αμέσως μετά την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας) είναι αυτό το διπλό τερέν στο οποίο παίζεται το παιχνίδι του καθενός μας: το προσωπικό, του στενού μας κύκλου, και το ευρύτεροκοινωνικοπολιτικό, στο οποίο ενδεχομένως συμβάλλει ο καθένας αλλά και το οποίο επίσης μας καθορίζει.
Ο Καζούο Ισιγκούρο, που πήρε πριν από λίγες μέρες το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2017, είναι ούτως ή άλλως άνθρωπος των μίξεων. Γεννημένος Ιάπωνας, στο μαρτυρικό Ναγκασάκι μάλιστα, είναι σήμερα περισσότερο Βρετανός παρά Ιάπωνας. Τα ιαπωνικά τα μιλάει μέτρια και η γλώσσα την οποία ξέρει να χειρίζεται εξαιρετικά είναι τα αγγλικά. Αυτό γιατί από την ηλικία των έξι ετών έζησε στην Αγγλία, καθώς ο ωκεανογράφος πατέρας του βρήκε εκεί δουλειά, υποτίθεται προσωρινή, στην οποία όμως έμεινε εντέλει μέχρι το τέλος της καριέρας του.
   Ο Βρετανός λοιπόν με το γιαπωνέζικο ονοματεπώνυμο κάνει και άλλες μίξεις: μίξεις ειδών κατ’ αρχήν, καθώς μπορεί και ανακατεύει στο συγγραφικό του μίξερ διάφορα είδη πεζού λόγου, από το ρεαλιστικόκαι το ιστορικό μυθιστόρημα μέχρι την επιστημονική φαντασία ή τη λογοτεχνία του φανταστικού – πρόκειται για ένα έντονο μυθολογικό στοιχείο το οποίο διεισδύει όλο και περισσότερο στο έργο του με την πάροδο του χρόνου.

το φως του Οκτωβρίου....

"Μαλακτικό το φως του Οκτωβρίου.
Το πίνω. Αργά αργά.
Ανακατεύοντας το συνεχώς 
 προσεκτικά κι αργά.
Μη και χυθεί σταγόνα 
από την αίσθηση που ζω
που την πίνω αργά αργά 
σ’ ένα πολύ ρηχό φλιτζάνι.
Πολύ ρηχό φλιτζάνι 
το φως του Οκτωβρίου...."
Κική Δημουλά, «Υπόφωτο»