Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

H Oδύσσεια του «πρότζεκτ» στο Λύκειο

Το «πρότζεκτ» (ερευνητική εργασία) έχει ένα χρόνο ζωής στο Γενικό Λύκειο και μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είμαστε σε θέση να κάνουμε την πρώτη αποτίμηση του θεσμού. Πριν απ’ αυτή τη διαδικασία καλό είναι να εξετάσουμε μερικά γενικότερα ερωτήματα που αφενός μεν σχετίζονται με την αξιολόγησή του και αφετέρου δε συνδέονται με τον περαιτέρω ανασχεδιασμό του.
Πρώτο ερώτημα. Μπορεί ένας καινοτόμος θεσμός, όπως είναι η συζητούμενη «ερευνητική εργασία», να ευδοκιμήσει σε ένα παραδοσιακού τύπου σχολείο; Εδώ η απάντηση από τη σχετική εκπαιδευτική βιβλιογραφία είναι μάλλον σαφής. Για να υπάρξει, λοιπόν, προώθηση μιας καινοτομίας θα πρέπει να μετασχηματίσουμε τον προϋπάρχοντα τρόπο λειτουργίας του, άλλως η καινοτομία το πιθανότερο είναι να απορροφηθεί από την αδράνεια του σχολικού θεσμού.
Δεύτερο ερώτημα και σε συνέχεια του πρώτου. Αν για να γίνει μια επιμέρους νεωτεριστική παρέμβαση στο σχολείο απαιτείται συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, τότε πώς μπορούμε να προχωρήσουμε σε επιμέρους αλλαγές στο σχολικό περιεχόμενο, που είναι και πιο εύκολες από εκπαιδευτική και από πολιτική άποψη; Εδώ οι απαντήσεις έχουν απόκλιση μεταξύ τους, στοιχείο όχι και ασύνηθες για τα εκπαιδευτικά ζητήματα.

Υπάρχουν λοιπόν θεωρήσεις που ισχυρίζονται ότι μπορεί το σχολείο να δέχεται επιμέρους παρεμβάσεις, αρκεί να εξασφαλιστούν μερικές προϋποθέσεις, όπως, για παράδειγμα, η ενεργός συμμετοχή των εκπαιδευτικών τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην εφαρμογή του νέου θεσμού. Αφού τέθηκε ένας γενικότερος προβληματισμός, μπορούμε να δούμε αυτή καθ’ εαυτή την εξέλιξη της «ερευνητικής εργασίας» στο Γενικό Λύκειο κατά τη χρονιά που μας πέρασε μέσα από μερικές παρατηρήσεις.
Οι μαθητές πρωτευόντως αλλά και οι εκπαιδευτικοί δευτερευόντως αντιμετώπισαν με θετική ματιά την εισαγωγή αυτού του θεσμού. Οι μαθητές είδαν για πρώτη φορά ένα διαφορετικού τύπου «μάθημα» που δεν στηριζόταν στα γνωστά στερεότυπα της σχολικής αίθουσας. Βίωσαν στοιχεία ομαδοσυνεργατικής μάθησης και λειτουργίας. Αρκετοί έμαθαν σημαντικά στοιχεία κάποιας ερευνητικής μεθοδολογίας. Γεύθηκαν για πρώτη φορά τον τρόπο παραγωγής της γνώσης, τη χαρά της έρευνας μετακινούμενοι από την απομνημονευτική και εν πολλοίς ανιαρή διαδικασία της αποστήθισης που κυριαρχεί στην αναπαραγωγή της γνώσης μέσω της εκμάθησης των σελίδων των σχολικών εγχειριδίων.
Σαφώς και υπήρξαν και υπάρχουν προβλήματα στην εφαρμογή του θεσμού. Ίσως το πιο σημαντικό πρόβλημα είναι το γεγονός ότι δεν ασχολούνται με το πρότζεκτ οι εκπαιδευτικοί που έχουν τα προς τούτο πιο κατάλληλα προσόντα ή αυτοί που ενδιαφέρονται και το αγαπούν περισσότερο, αφού συχνά το πρότζεκτ προσφέρεται για τη συμπλήρωση του ωραρίου των εκπαιδευτικών.
Το δεύτερο εξίσου σημαντικό πρόβλημα είναι η έλλειψη βαθιάς γνώσης (δηλαδή μη διεξαγωγής μιας κάποιας ιδίας έρευνας) έστω μιας επιστημονικής μεθοδολογίας εκ μέρους των εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται ένας αυτοσχεδιασμός και μια εκτεταμένη προσφυγή στη βιβλιογραφική στήριξη της εργασίας – όπου βασιλεύει η γνωστή λειτουργία του copy – paste – και όχι η πρωτογενής έρευνα των μαθητών. Τρίτο στοιχείο που απομειώνει τη δυναμική του πρότζεκτ είναι η έλλειψη σε πολλά σχολεία των τεχνικών εκείνων διευκολύνσεων που είναι απαραίτητες για μια άρτια ερευνητική εργασία.
Αλλά στην πρώτη γραμμή των προβλημάτων είναι η αδυναμία του Υπουργείου Παιδείας να στηρίξει το θεσμό, να κάνει μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση του πρώτου χρόνου λειτουργίας του και να επανασχεδιάσει με βάση αυτή την αξιολόγηση την επόμενη φάση. Και όχι μόνο αυτό. Κάνει και κάτι χειρότερο. Αφήνει να εννοηθεί ότι ο θεσμός πάει προς εγκατάλειψη.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ βρισκόμαστε περίπου αρχές Νοεμβρίου, σε πάρα πολλά σχολεία το πρότζεκτ εκκρεμεί και δεν έχει καν ξεκινήσει! Αρκετοί προϊστάμενοι των Διευθύνσεων σ’ όλη τη χώρα μάλιστα δίνουν προφορικές εντολές για να μην ασχοληθούν τα σχολεία με επιμέλεια σ’ αυτό το αντικείμενο. Κάτι τέτοιο δε συνιστά μόνο αντι- παιδαγωγική και αντι – εκπαιδευτική στάση, αφού επιχειρείται η αλλοίωση μιας βασικής καινοτομίας του σχολείου, αλλά συνιστά και παρανομία, αφού το πρότζεκτ με βάση την κείμενη νομοθεσία είναι γνωστικό αντικείμενο του σχολείου και υποχρέωση του σχολείου είναι να το παρέχει με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο.
Το πιο αξιόλογο καινοτόμο στοιχείο που εισήχθηκε στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τα τελευταία χρόνια είναι το πρότζεκτ. Και αντί να αποτελέσει την «αφορμή» και τη «μαγιά» για περαιτέρω επιμέρους νεωτερικού τύπου παρεμβάσεις, αρχίζει να υπονομεύεται από τους πολιτικά αρμόδιους. Αντί η πολιτεία να είναι αρωγός σε επιλογές που εκσυγχρονίζουν το περιεχόμενο του σχολείο, αφίσταται ακόμα και των στοιχειωδών υποχρεώσεών της και αφήνονται τα σχολεία στην τύχη τους.
Παρακολουθούμε, δηλαδή, την γνωστή ιστορία του «ράβε – ξήλωνε», την οδύσσεια του ελληνικού σχολείου – που ταλαιπωρεί την εκπαίδευσή μας χρόνια και χρόνια – στις παλινωδίες του τύπου «μεταρρύθμιση – αντιμεταρρύθμιση» και γευόμαστε την πλήρη αδυναμία του Υπουργείου Παιδείας να διαμορφώσει ένα ουσιαστικό σχέδιο για το μέλλον του σχολείου, την αδυναμία του να παίξει έναν δημιουργικό ρόλο που θα βοηθούσε την ελληνική κοινωνία στην υπέρβαση της σημερινής πολύπλευρης κρίσης μας.
Θεωρώ ότι το ζήτημα της έρευνας ως το πιο ουσιώδες ως προς το οποίο υστερούμε έναντι άλλων εκπαιδευτικά προηγμένων χωρών (Φινλανδίας, Νορβηγίας κλπ) και το πιο σημαντικό για να αποτελέσει τον πυρήνα μετασχηματισμού του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, για να προαχθεί μια εκπαίδευση – παιδεία της κριτικής σκέψης, της πνευματικής καλλιέργειας και του μορφωτικού – παιδαγωγικού «παραδείγματος».
http://anthologio.wordpress.com/


Νίκος Τσούλιας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου